Εκείνο το κυριακάτικο πρωινό…

 

 Εκείνο το κυριακάτικο πρωινό…

Πριν από αρκετό καιρό, μου έκαναν μια ερώτηση:

«Ποιος είναι ο πιο σημαντικός άνθρωπος που έχεις γνωρίσει;»

Δεν δυσκολεύτηκα καθόλου να βρω την απάντηση.

Γιατί τον πιο σημαντικό άνθρωπο της ζωής μου τον πρωτοείδα ένα πρωινό Κυριακής, κάπου πίσω στο 1990-1991.

Θυμάμαι ακόμη εκείνο το ηλιόλουστο πρωινό. Περπατούσα μαζί με τον πατέρα μου σε ένα πεζοδρόμιο. Ήμουν ακόμη μικρό παιδί και κρατούσα το χέρι του, όπως κάνουν τα παιδιά όταν νιώθουν πως, δίπλα στον πατέρα τους, μπορούν να ανακαλύψουν τον κόσμο χωρίς φόβο.

Περάσαμε δίπλα από το Εθνικό Ίδρυμα Αποκατάστασης Αναπήρων, στους Αγίους Αναργύρους. Θυμάμαι το μεγάλο εκείνο κτίριο και τη μεγάλη μεταλλική πόρτα απ’ όπου έμπαιναν τα αυτοκίνητα.

Κάποια στιγμή τον ρώτησα:

«Μπαμπά, τι είναι αυτό το μέρος;»

Και ο πατέρας μου, νέος ακόμη τότε, με εκείνο το θράσος και την τόλμη που τον χαρακτήριζαν, μου είπε:

«Πάμε να δούμε».

Μπήκαμε μέσα.

Και ξαφνικά βρεθήκαμε μπροστά σε ένα μικρό εκκλησάκι της Ζωοδόχου Πηγής. Ένα μικρό εκκλησάκι που τα επόμενα χρόνια έμελλε να γίνει η πηγή της ζωής μας. Ο τόπος που θα γινόταν, για όλα τα χρόνια που ακολούθησαν, το στήριγμά μας. Ένα στήριγμα που, ακόμη και τώρα που είμαι τόσο μακριά, συνεχίζει να με κρατά όρθιο.

Θα μπορούσα να πω πολλά γι’ αυτό το μέρος. Και ίσως κάποια άλλη φορά να μιλήσω γι’ αυτό — για τους ανθρώπους που γνώρισα εκεί, για όσα έζησα, για όσα έμαθα και για όλα όσα άφησε μέσα μου εκείνος ο τόπος.

Σήμερα, όμως, θέλω να σταθώ σε έναν Άνθρωπο.

Σε έναν σπουδαίο Άνθρωπο που γνώρισα εκεί.

Την πρώτη φορά που τον αντίκρισα, τα παιδικά μου μάτια τον κοιτούσαν με περιέργεια. Δεν μπορούσα τότε να καταλάβω τι Άνθρωπος ήταν, ποιος ήταν και, βέβαια, πού να ήξερα τι θα σήμαινε για τη ζωή μου.

Ήταν πάνω σε ένα αναπηρικό καροτσάκι, λίγο διαφορετικό από τα άλλα. Έπασχε από μια περίεργη ασθένεια που οι μεγάλοι την έλεγαν τετραπληγία. Δεν μπορούσε να κινήσει κανένα μέλος του σώματός του, παρά μόνο κάποια από τα δάχτυλά του.

Για ένα μικρό παιδί, η εικόνα αυτή ήταν τρομακτική και ταυτόχρονα παράξενα γοητευτική. Δεν μπορούσα να καταλάβω πώς ένας άνθρωπος μπορούσε να ζει έτσι. Μου έκανε εντύπωση ότι για σχεδόν τα πάντα χρειαζόταν τη βοήθεια κάποιου άλλου: για να φάει, για να ξυστεί, για πράγματα που εμείς θεωρούμε αυτονόητα.

Ακόμη και για κάτι τόσο απλό όσο το να διώξει μια μύγα από το πρόσωπό του, χρειαζόταν κάποιον άλλον.

Κι όμως…

Αυτός ο Άνθρωπος, που το σώμα του είχε βάλει τόσα όρια, δεν άφησε ποτέ αυτά τα εμπόδια να περιορίσουν τη ζωή του.

Η αλήθεια είναι ότι αυτός ο Άνθρωπος έσπασε όλα τα όρια που του έβαλαν οι γιατροί και η κοινωνία.

Αυτός ο Άνθρωπος, ο πρωταθλητής της ζωής.

Αυτός ο μαχητής της ζωής.

Αυτός ο χαμογελαστός Άνθρωπος.

Αυτός ο όμορφος Άνθρωπος.

Ο «παράνομος», όπως τον έλεγαν χαϊδευτικά οι φίλοι του, μιας και έκλεψε τη ζωή που του ανήκε, παρόλο που οι γιατροί τού έλεγαν ότι θα πέθαινε νέος.

Ο Αναστάσιος Μερκούρης.

 


Ένας Άνθρωπος που, παρά όλα όσα το σώμα του τού είχε στερήσει, κατάφερε να πιάσει τη ζωή στα χέρια της ψυχής του και να τη στύψει μέχρι την τελευταία της σταγόνα.

Τι να πρωτοπώ για εκείνον;

Για τις ακαδημαϊκές του γνώσεις;

Για την πορεία του ως καθηγητή;

Θα μπορούσα να μιλάω για ώρες και σίγουρα δεν είμαι ο κατάλληλος άνθρωπος για να περιγράψω το μέγεθος των γνώσεών του.

Εγώ θέλω να μιλήσω για κάτι άλλο.

Για τις αναμνήσεις που μου χάρισε.

Για όλα εκείνα που δεν γράφονται σε πτυχία και τίτλους.

Για τη δύναμη ενός ανθρώπου να αγαπά τη ζωή, όταν η ίδια η ζωή τού έχει στερήσει σχεδόν κάθε σωματική ελευθερία.

Ακόμη θυμάμαι εκείνα τα κυριακάτικα πρωινά που πηγαίναμε στο δωμάτιό του.

«Δωμάτιο» τρόπος του λέγειν.

Ήταν ένας θάλαμος νοσοκομείου, με άλλα δέκα περίπου άτομα. Ένας χώρος γεμάτος φασαρία, βογκητά, πόνο, ανθρώπινες δοκιμασίες, συγγενείς και γιατρούς. Ένας θάλαμος όπου ο καθένας σήκωνε τον δικό του σταυρό.

Κι όμως, σε μια γωνιά, δίπλα στο παράθυρο, υπήρχαν μια μικρή βιβλιοθήκη και ένα κρεβάτι.

Αυτό ήταν το σπίτι του.

Αυτό ήταν το δωμάτιό του.

Αυτές ήταν οι ανέσεις του.

Κι όμως, δεν θυμάμαι τον Κ.Τάσο να βαρυγκωμά.

Δεν θυμάμαι να παραπονιέται για τη μοίρα του.

Δεν θυμάμαι να ζητά από τη ζωή όσα δεν μπορούσε να του δώσει.

Θυμάμαι ένα χαμόγελο.

Θυμάμαι έναν άνθρωπο γεμάτο ζωή.

Θυμάμαι, αντίθετα, τον κόσμο να συρρέει για να του ακουμπήσει τα δικά του προβλήματα. Κι εκείνος, αν και καθισμένος σε ένα αναπηρικό καροτσάκι, βοηθούσε τους πάντες να σταθούν στα πόδια τους και να περπατήσουν στο μονοπάτι της ζωής.

Και όσο περνούσαν τα χρόνια, άρχισα να καταλαβαίνω κάτι που ως παιδί δεν μπορούσα να αντιληφθώ:

Εκείνος δεν ήταν ο άνθρωπος που είχε ανάγκη από εμάς.

Εμείς ήμασταν αυτοί που είχαμε ανάγκη εκείνον.

Θυμάμαι ακόμη…

Πώς μπορώ να ξεχάσω εκείνα τα απογεύματα του Μαΐου του 2001, όταν προσπαθούσε να μου μάθει να λύνω μαθηματικές ασκήσεις;

Με τρομακτική υπομονή.

Καθόταν και μου εξηγούσε ξανά και ξανά, μέχρι να καταλάβω. Κι όταν τελικά έδωσα τις εξετάσεις, η καθηγήτριά μου δεν μπορούσε να πιστέψει ότι εγώ είχα γράψει εκείνο το διαγώνισμα.

Εγώ, όμως, ήξερα.

Ήξερα ποιος είχε βάλει το χέρι του — όχι πάνω στο γραπτό μου, αλλά πάνω στη σκέψη μου.

Πώς να ξεχάσω εκείνες τις Κυριακές που ερχόταν στο σπίτι μας;

Το σπίτι μας γέμιζε φως με την παρουσία του.

Δεν χρειαζόταν να κάνει τίποτα ιδιαίτερο.

Αρκούσε που ήταν εκεί.

Ξέρετε, υπάρχουν άνθρωποι που διδάσκουν με τα λόγια τους.

Υπάρχουν, όμως, και άνθρωποι που διδάσκουν με την παρουσία τους.

Με τη στάση τους.

Με τον τρόπο που στέκονται απέναντι στη ζωή.

Ένας τέτοιος άνθρωπος ήταν ο Τάσος Μερκούρης.

Και όταν βρίσκομαι στα δύσκολα, πολλές φορές τον σκέφτομαι.

Σκέφτομαι εκείνον.

Σκέφτομαι το χαμόγελό του.

Σκέφτομαι την υπομονή του.

Σκέφτομαι έναν άνθρωπο που είχε κάθε λόγο να λυγίσει και, όμως, δεν λύγισε.

Και κάποιες φορές, αυτή η σκέψη μού χαρίζει κι εκείνο το δάκρυ που καθαρίζει όχι μόνο τα μάτια, αλλά και την ψυχή.

Τα πράγματα της ζωής μάς έφεραν κάποια στιγμή μακριά.

Οι δρόμοι μας απομακρύνθηκαν.

Όμως, ειλικρινά σας μιλώ, ποτέ δεν τον ξέχασα.

Και ίσως σήμερα να κατάλαβα ακόμη περισσότερο πόσο βαθιά είχε μείνει μέσα μου.

Σήμερα, εκεί που βρισκόμουν στο γραφείο, στη δουλειά μου, άνοιξα το κινητό μου και έπεσα πάνω σε μια δημοσίευση των Φίλων του Εθνικού Κέντρου Αποκατάστασης.

Μιλούσε για την αναχώρησή του.

Για το ταξίδι του προς τους ουρανούς.

Για το ταξίδι της αναζήτησης πέρα από τα όρια της νευτώνειας φυσικής.

Για λίγα δευτερόλεπτα ένιωσα φόβο.

Μια στενοχώρια.

Ένα βάρος.

Και τότε, κάπως παράξενα, όλα σταμάτησαν.

Και μέσα μου ένιωσα μια ηρεμία και μια ιδιαίτερη χαρμολύπη.

 

Είπα: «Δόξα τω Θεώ που σε γνώρισα! Δόξα τω Θεώ για εκείνο το ηλιόλουστο κυριακάτικο πρωινό!»

Καλή αντάμωση, κύριε Τάσο!

 

Για όσους Θέλουν να γνωρίσουν τον Κύριο Τάσο προτείνω να διαβάσουν τα βιβλια που έγραψε:

Την βιογραφία του Σπασμένο Ψηφιδωτο το βιβλιο Αγγίζοντας την αμφιλύκη αφιερωμένο στη στην Αλίκη του ! και βέβαια το βιβλίο για τον Πατέρα Θησέα!

 

Σχόλια