Αυτός ο πόνος και η μελαγχολία που κατοικούν στην καρδιά του Έλληνα μετανάστη καμιά φορά εντείνονται και γίνονται ακόμη πιο επώδυνα, ιδιαίτερα όταν επισκέπτεται την πατρίδα. Ο λόγος είναι πως, επιστρέφοντας, συχνά διαπιστώνει ότι τίποτα δεν έχει αλλάξει προς το καλύτερο. Η εικόνα που είχε κρατήσει και εξιδανικεύσει μέσα στο μυαλό του καταρρέει όταν βρεθεί ξανά μπροστά στην πραγματικότητα — την ίδια πραγματικότητα που κάποτε τον έδιωξε.
Κανείς δεν φεύγει από την πατρίδα του για πλάκα. Μα και κανείς δεν μπορεί να την αφήσει πίσω του ολοκληρωτικά. Έχω γνωρίσει εκατοντάδες, ίσως και χιλιάδες ανθρώπους από διαφορετικές χώρες, και όλοι έχουμε κάτι κοινό: τη μελαγχολία στα μάτια μας.
Ας γυρίσουμε, όμως, στην Ελλάδα μας. Στην πατρίδα που, για άλλη μια φορά μέσα στους αιώνες, βρήκε τρόπο να διώξει τα παιδιά της.
Η Ελλάδα, ανά τους αιώνες, στέλνει τους Έλληνες μακριά, σε άλλους τόπους και μέρη. Κι όμως, ο Έλληνας πάντα την κουβαλά μέσα του. Δεν την εγκαταλείπει, όσο κι αν εκείνη τον πληγώνει ή τον απομακρύνει.
Θα περάσει, βέβαια, όλα τα ψυχολογικά στάδια — τη θλίψη, τον φόβο, ακόμη και τον θυμό για την πατρίδα που τον έδιωξε — και τελικά θα βρει έναν τρόπο να ανταπεξέλθει. Το πώς, ας το αφήσουμε· μόνο ο ίδιος το γνωρίζει.
Η Ελλάδα που θέλουν «αυτοί» πάντοτε φοβόταν τους Έλληνες. Φοβόταν τις νέες ιδέες και τις διαφορετικές αντιλήψεις που θα μπορούσαν να αναστατώσουν το κατεστημένο σύστημα. Και όταν κάποιος ερχόταν από το εξωτερικό για να προσφέρει πίσω στην πατρίδα του, συχνά έβρισκαν τρόπο να τον μειώσουν, να τον εξευτελίσουν, να τον λοιδορήσουν ή να τον εκμεταλλευτούν με τον δικό τους τρόπο.
Κι όπως γνωρίζουμε καλά, η ιστορία έχει την τάση να επαναλαμβάνει τις ειρωνείες της. Ύστερα από εκατό χρόνια, ίσως οι απόγονοι εκείνων που τον λοιδόρησαν να του στήσουν άγαλμα ή ακόμη και να τυπώσουν το πρόσωπό του σε χαρτονόμισμα, μιλώντας για το μεγαλείο του. Γιατί η πατρίδα συχνά αργεί να αναγνωρίσει εκείνους που προσπάθησαν να την αλλάξουν.
Το πρόβλημα που αντιμετωπίζουμε σήμερα είναι πως δεν υπάρχουν πλέον πολλοί που θέλουν να επιστρέψουν. Ο κόσμος έχει δει αυτό το έργο να επαναλαμβάνεται ξανά και ξανά. Είναι πιο μορφωμένος — ίσως και πιο απογοητευμένος. «Αυτοί» κατάφεραν να τον φοβίσουν, να τον κάνουν να διστάσει και τελικά να πει: «Δεν αξίζει».
Δημιούργησαν κατηγορίες Ελλήνων. Τους «Έλληνες του εξωτερικού» και τους «Έλληνες της πατρίδας», όπως κάποτε δημιούργησαν διαχωρισμούς ανάμεσα στους Έλληνες της Κύπρου και της υπόλοιπης Ελλάδας ή ακόμη παλαιότερα ανάμεσα στους πρόσφυγες της Μικράς Ασίας, του Πόντου και στους υπόλοιπους Έλληνες.
Μας διέσπασαν. Μας απομάκρυναν τον έναν από τον άλλον και σιγά σιγά μας έμαθαν να βλέπουμε ο ένας τον άλλον ως κάτι διαφορετικό. Αριστεροί και δεξιοί, ντόπιοι και ξενιτεμένοι, παλιοί και νέοι Έλληνες — λες και δεν είμαστε όλοι παιδιά της ίδιας γης, της ίδιας ιστορίας και της ίδιας μνήμης.
Αυτή η διάσπαση έχει εισχωρήσει ακόμη βαθύτερα, ακόμη και στις κοινότητες των Ελλήνων του εξωτερικού. Εκτός από τις μεγάλες και οργανωμένες παροικίες, όπως εκείνες του Λονδίνου, πολλές άλλες έχουν υποβαθμιστεί ή συρρικνωθεί. Συχνά οι εκκλησίες είναι οι τελευταίοι χώροι που κρατούν ζωντανό έναν πυρήνα ελληνικής παρουσίας. Όμως, καθώς οι νεότερες γενιές Ελλήνων είναι λιγότερο συνδεδεμένες με τη θρησκευτική ζωή, αυτοί οι χώροι σταδιακά αλλάζουν χαρακτήρα και προσελκύουν άλλες κοινότητες μεταναστών, οι οποίες αξιοποιούν καλύτερα τις δομές αυτές και τις κρατούν ζωντανές.
Το παράδοξο σε όλο αυτό είναι ότι πολλοί από αυτούς τους ξένους που ενσωματώνονται στις κοινότητές μας — και το λέω αυτό με βαθιά γνώση και προσωπική εμπειρία — μας αντιμετωπίζουν με ιδιαίτερη αγάπη και θαυμασμό. Ειδικά στο Ηνωμένο Βασίλειο και στις Ηνωμένες Πολιτείες, η Ορθοδοξία γνωρίζει μια αξιοσημείωτη άνθηση. Όχι όμως κυρίως από Έλληνες, και σίγουρα όχι από μεγάλο μέρος της νεότερης γενιάς των Ελλήνων.
Πολλοί από εμάς εμφανιζόμαστε στις κοινότητές μας μόνο την Ανάσταση, μεταξύ 11:45 και 00:15, και βεβαίως όταν υπάρχει κάποιο πανηγύρι ή ένα μπάρμπεκιου με σουβλάκια. Αντίθετα, άνθρωποι άλλων εθνικοτήτων συμμετέχουν ενεργά, στηρίζουν τις ενορίες, μαθαίνουν την ιστορία μας, σέβονται την παράδοσή μας και πολλές φορές την αγκαλιάζουν με μεγαλύτερο ζήλο από εμάς τους ίδιους.
Εδώ θα ήθελα να σταθώ στο μεγαλείο του Ελληνισμού. Γιατί ο Ελληνισμός δεν είναι DNA. Είναι πνεύμα. Είναι τρόπος σκέψης, τρόπος ύπαρξης, τρόπος να βλέπεις τον κόσμο. Και αυτό το πνεύμα δεν θα πεθάνει ποτέ.
Ποτέ δεν θα πεθάνει ο Ελληνισμός. Ίσως, όμως, κάποτε λιγοστέψουν οι Έλληνες. Ίσως χαθούν κοινότητες, ξεχαστούν λέξεις, σβήσουν παραδόσεις. Όμως η ιδέα του Ελληνισμού θα συνεχίσει να ζει μέσα από τις αξίες, τις ιδέες και την πολιτιστική κληρονομιά που άφησε πίσω της. Και πάντοτε θα βρίσκεται κάποιος — όπως συμβαίνει και σήμερα — που θα προσπαθεί να καπηλευτεί αυτή την ιστορία, να τη διεκδικήσει ή να την παρουσιάσει ως δική του. Ίσως γιατί η δύναμή της παραμένει ζωντανή.
Με πονά πολύ, αδέρφια μου. Και κάποιες φορές, όπως αυτή τη στιγμή που σας μιλώ κοιτάζοντας το ηλιοβασίλεμα σε ένα μακρινό χωριό της Αγγλίας, νιώθω σαν έναν κάτοικο της Βασιλεύουσας λίγο πριν από την Άλωση. Βυθισμένος στην απόγνωση, ανήμπορος να κάνει κάτι, παρακολουθώντας τον κόσμο που αγαπά να καταρρέει μπροστά στα μάτια του.
Έτσι αισθάνομαι πολλές φορές και για την πατρίδα μας. Όχι γιατί πιστεύω ότι χάνεται πραγματικά, αλλά γιατί βλέπω να χάνεται ένα κομμάτι από αυτό που θα μπορούσε να γίνει. Βλέπω ανθρώπους να φεύγουν, όνειρα να αναζητούν αλλού χώρο για να ανθίσουν και δυνατότητες να μένουν ανεκμετάλλευτες.
Κι όμως, η Ελλάδα έχει μια παράξενη δύναμη. Πληγώνει τα παιδιά της, αλλά δεν παύει ποτέ να τα καλεί πίσω. Και τα παιδιά της, όσο μακριά κι αν βρεθούν, όσο κι αν θυμώσουν μαζί της, δεν παύουν ποτέ να την αγαπούν.
Ίσως, τελικά, το μεγαλύτερο δράμα του Έλληνα μετανάστη να μην είναι ότι έφυγε. Είναι ότι ζει ανάμεσα σε δύο πατρίδες: σε εκείνη που άφησε πίσω του και σε εκείνη που δημιούργησε για τον εαυτό του. Και καμία από τις δύο δεν είναι ποτέ ακριβώς όπως τη φαντάστηκε.
Κουβαλά τη μία μέσα στην καρδιά του και ζει μέσα στην άλλη. Κι ανάμεσα στις δύο αυτές πραγματικότητες βρίσκεται η μόνιμη νοσταλγία του· μια νοσταλγία που δεν θεραπεύεται ούτε με την επιστροφή ούτε με την οριστική αναχώρηση. Γιατί ο μετανάστης, όσο καλά κι αν τα καταφέρει, πάντα θα ανήκει λίγο και στους δύο κόσμους και ποτέ ολοκληρωτικά σε κανέναν από τους δύο.
Και ίσως αυτή να είναι η μοίρα του Έλληνα της διασποράς: να ταξιδεύει σε όλη του τη ζωή ανάμεσα σε δύο πατρίδες, αναζητώντας μια επιστροφή που δεν θα είναι ποτέ ακριβώς όπως την ονειρεύτηκε. Να αγαπά έναν τόπο που τον πλήγωσε και να νοσταλγεί έναν τόπο που υπάρχει πια περισσότερο στη μνήμη παρά στην πραγματικότητα. Όμως όσο υπάρχουν άνθρωποι που θυμούνται, που μιλούν τη γλώσσα του, που κρατούν ζωντανή την ιστορία και το πνεύμα του, ο Ελληνισμός θα συνεχίσει να υπάρχει. Όχι μόνο στην Ελλάδα, αλλά παντού όπου χτυπά μια καρδιά που αρνείται να τον ξεχάσει.

Σχόλια
Δημοσίευση σχολίου