Είναι εντυπωσιακό — και ταυτόχρονα τρομακτικό — πόσο αυτοκαταστροφικός μπορεί να γίνει ο άνθρωπος μέσα στο τόσο σύντομο πέρασμά του από τον κόσμο αυτό. Δεν χρειάστηκε αιωνιότητα για να γεμίσουμε την ιστορία με πόνο μας αρκούν μερικές γενιές. Και το πιο παράδοξο είναι ότι κάποιους από αυτούς που προκάλεσαν αυτόν τον πόνο, τους τιμήσαμε, τους υψώσαμε και τους ονομάσαμε «Μεγάλους».
Μεγαλώσαμε πιστεύοντας σε ένα καλύτερο αύριο. Ότι κάπου μπροστά, τα πράγματα θα διορθωθούν — ότι ο πόνος, ο πόλεμος, η κατάρρευση είναι πάντα κάτι που συμβαίνει αλλού, σε άλλους. Σαν να υπάρχει μια σιωπηρή συμφωνία ότι εμείς θα ξεφύγουμε. Ότι θα ξεγελάσουμε την ιστορία.
Κι όμως, θυμάμαι τον εαυτό μου να λέει: «σε δέκα χρόνια θα είναι καλύτερα». Πέρασαν δέκα χρόνια — και δεν έγιναν.
Μου έλεγαν «είναι κρίση, θα περάσει». Μα οι κρίσεις έχουν όρια. Έχουν αρχή, έχουν τέλος, έχουν διαδρομές διαχείρισης και εξόδου. Αυτό που ζούμε δε μοιάζει με κρίση· μοιάζει με κατάσταση. Με μια νέα κανονικότητα που δε δηλώνει πότε άρχισε και δεν υπόσχεται πότε θα τελειώσει.
Κι όμως, δεν είναι ζήτημα να πάψουμε να ελπίζουμε. Είναι ζήτημα να μην αναβάλλουμε τη ζωή περιμένοντας να αλλάξει κάτι έξω από εμάς. Το χθες έχει ήδη καταγραφεί. Το μέλλον είναι μια υπόθεση. Το μόνο που υπάρχει πραγματικά είναι αυτό το παρόν — και πρέπει να το ζήσουμε· το χρωστάμε στον εαυτό μας.
Μπορεί να σου πάρουν τα πάντα στη ζωή, αλλά μην αφήσεις κανέναν να σου πάρει το χαμόγελό σου.
Και μέσα σε αυτό το παρόν, οι νέοι άνθρωποι φθείρονται. Δεν είναι μόνο η απογοήτευση· είναι η αδυναμία να φανταστούν. Να σχεδιάσουν. Να επιθυμήσουν. Ακόμη και να ερωτευτούν. Σαν κάτι μέσα τους να έχει παγώσει πριν καν προλάβει να ωριμάσει.
Το έχω ζήσει κι εγώ αυτό το σημείο. Εκεί όπου, ενώ είσαι νέος, νιώθεις το σώμα σου βαρύ, κουρασμένο, σαν να κουβαλάς χρόνια που δεν έζησες. Σαν να σου αφαιρέθηκε χρόνος χωρίς να στο πουν.
Ξέρεις — είναι όμορφο να βλέπεις το φως του ήλιου. Αλλά αν τον κοιτάξεις κατάματα, σε τυφλώνει.
Και ίσως εκεί να βρίσκεται και το πρόβλημα. Δεν είναι μόνο οικονομικό, ούτε μόνο θεσμικό — αν και και τα δύο έχουν καταστραφεί η ίσως υπερεκτιμηθεί. Είναι βαθύτερο. Είναι ότι χάσαμε τον τρόπο να δίνουμε νόημα στα πράγματα. Χάσαμε το αφήγημα που μας κρατούσε όρθιους. Ξεχάσαμε τι σημαίνει να ανήκεις.
Δεν είμαστε πια κοινότητα. Είμαστε άτομα που τρέχουν παράλληλα, χωρίς να συναντιούνται. Σαν να μας έδωσαν μια σκυτάλη και να μας είπαν να τρέξουμε — ο καθένας μόνος του.
Και κάπου εκεί, χάθηκε η διαδρομή. Και όλοι μας βρισκόμαστε σε μια σύγχυση. Όμως δεν είναι η πρώτη φορά που ο άνθρωπος βρίσκεται σε αυτό το σκαλοπάτι της απόγνωσης.
Βρισκόμενος κι εγώ νεότερος σε αυτή την αγωνία και αναζητώντας μια διέξοδο από το τέλμα, άρχισα να αφιερώνω χρόνο στον εαυτό μου — να στοχάζομαι και να σκέφτομαι τι μπορώ να κάνω. Ήμουν τυχερός, γιατί γνώρισα σημαντικούς ανθρώπους στη ζωή μου, ανθρώπους που αποτέλεσαν πρότυπα.Και αυτό με ώθησε κάποια στιγμή ώστε να απλώσω το χέρι μου και να πάρω από τη βιβλιοθήκη μου το βιβλίο του Γέροντα Σιλουανού. Άρχισα να το διαβάζω και, εντυπωσιασμένος, έκανα ένα βήμα πίσω για να γνωρίσω καλύτερα τη ζωή συγγραφέα . Ήξερα ποιος ήταν, αλλά δεν γνώριζα τότε ότι και ο ίδιος είχε βρεθεί σε ένα παρόμοιο τέλμα — εκεί όπου βρισκόμουν εγώ, και όπου βρίσκονται σήμερα τόσοι νέοι.
Ο συγγραφέας αυτού του σπουδαίου έργου είχε περάσει από μια τέτοια δίνη — και μάλιστα πολύ βαθύτερη. Γεννήθηκε σε ταραγμένους καιρούς, έζησε μέσα σε πολέμους και καθεστώτα, βίωσε ψυχικές, φιλοσοφικές και θεολογικές αναζητήσεις και ταραχές, και όμως κατάφερε όχι μόνο να δει το φως του ήλιου, αλλά και να στραφεί προς τον Δημιουργό του.
Συγγραφέας Ἅγιος Σωφρόνιος ὁ Ἀθωνίτης

Σχόλια
Δημοσίευση σχολίου