Μια Ιστορία του Φίλου μου, του Άσιμου

 

Μια Ιστορία του Φίλου μου, του Άσιμου

Ήταν φθινόπωρο. Κάτω από την ξαστεριά, καθόμασταν δίπλα στη φωτιά, πίνοντας το τσίπουρό μας και ψήνοντας λίγα κάστανα που είχαμε μαζέψει το πρωί από το βουνό. Κι όπως συμβαίνει τις περισσότερες φορές όταν βρίσκεσαι ανάμεσα σε καλούς φίλους, η καρδιά ανοίγει και οι ιστορίες αρχίζουν να ξετυλίγονται.

Έπειτα από μια μικρή σιωπή, ο Άσιμος γύρισε προς το μέρος μου και είπε:

— Θα ήθελα να σου πω μια ιστορία που μου άλλαξε την πορεία της ζωής μου. Ήσουν κι εσύ εκεί, αλλά δεν το ξέρεις. Δεν κατάλαβες ποτέ πόσο σημαντική ήταν εκείνη η στιγμή για μένα.

Χαμογέλασε αμυδρά.

— Ήταν μια δύσκολη περίοδος της ζωής μου. Βέβαια, θα μου πεις: «Ποια περίοδος δεν ήταν δύσκολη για σένα;». Εγώ ήμουν πάντα άνθρωπος που έβλεπε τα πάντα βουνό. Τα μικρά τα έκανα μεγάλα και τα μεγάλα αξεπέραστα.

Γέλασε για λίγο, μα το βλέμμα του έμεινε σοβαρό.

— Είχα τότε πολλά προβλήματα. Οικονομικά, ψυχολογικά, προσωπικά. Με βασάνιζαν φόβοι, ανασφάλειες και αμέτρητες έγνοιες. Τα έκρυβα όσο μπορούσα από τους περισσότερους. Φορούσα τη μάσκα του χαμόγελου, ώστε κανείς να μη βλέπει τι πραγματικά συνέβαινε μέσα μου.

Ποτέ δεν μου άρεσε να στενοχωρώ τους άλλους με τα δικά μου βάρη. Ίσως γιατί κι εγώ πονούσα όταν έβλεπα κάποιον να υποφέρει. Νόμιζα πως όλοι λειτουργούσαν με τον ίδιο τρόπο.

Τον διέκοψα.

— Άσιμε, μπορεί να μη μου τα έλεγες τότε, αλλά τα θυμάμαι. Ίσως να μην καταλάβαινα το μέγεθος όσων περνούσες, όμως ένιωθα ότι κάτι σε βάραινε. Ήμουν δίπλα σου.

Με κοίταξε με ευγνωμοσύνη.

— Ήσουν. Πάντα ήσουν και ακόμα είσαι. Θυμάμαι που γυρίζαμε μαζί τα βουνά. Πηγαίναμε για δουλειές, κάναμε ατελείωτες διαδρομές και μιλούσαμε για τα πάντα και για το τίποτα.

Σταμάτησε για λίγο, σαν να ξεφύλλιζε παλιές αναμνήσεις.

— Θυμάσαι εκείνο το μοναστήρι ψηλά στο βουνό;

— Φυσικά. Τότε που ήταν μαζί μας και ο αδερφός σου. Πολύ όμορφη μέρα.

Έγνεψε καταφατικά.

— Ναι, πολύ όμορφη. Μόνο που εσύ θυμάσαι το ταξίδι. Εγώ θυμάμαι τον πόλεμο που γινόταν μέσα μου.

— Εκείνη την περίοδο είχα φτάσει στα όριά μου. Ένιωθα εγκλωβισμένος. Ήξερα ότι δεν ήμουν καλά. Ήξερα ότι χρειαζόμουν βοήθεια. Όμως φοβόμουν να τη ζητήσω. Πίστευα πως έπρεπε να τα καταφέρω μόνος μου. Πως όλα τα προβλήματα μπορούσαν να λυθούν με περισσότερη προσπάθεια, περισσότερη υπομονή και περισσότερη αντοχή.

Μα δεν γινόταν.

Προσευχόμουν πολύ. Στον Θεό και στον Άγιο Πορφύριο, που ξέρεις πόσο αγαπώ.

Αν θυμάσαι καλά, όταν ήμασταν στο μοναστήρι, εσύ και ο αδερφός μου θέλατε να περπατήσουμε μέσα στο δάσος για να βρούμε εκείνο το μικρό εκκλησάκι που ήταν κρυμμένο ανάμεσα στα δέντρα.

Εγώ όμως επέμενα να φύγουμε.

Δεν σας είπα ποτέ γιατί.

Εκείνη ακριβώς τη στιγμή πάθαινα κρίση πανικού.

Τα χέρια μου έτρεμαν. Η καρδιά μου χτυπούσε σαν τρελή. Ένιωθα πως δεν μπορούσα να πάρω ανάσα. Ήμουν βέβαιος ότι κάτι κακό θα συνέβαινε.

Τον κοίταξα έκπληκτος.

Πραγματικά είχα ξαφνιαστεί. Δεν είχα καταλάβει τίποτα εκείνη τη μέρα. Νόμιζα πως απλώς βιαζόταν να φύγει για κάποια δουλειά ή ότι είχε κάποια υποχρέωση. Άλλωστε, ο Άσιμος ήταν πάντα απασχολημένος.

Τον φωνάζαμε «Βέγγο».

Και όχι άδικα.

Έτρεχε συνεχώς από δουλειά σε δουλειά. Και το αστείο ήταν πως πολλές φορές, αντί για χρήματα, πληρωνόταν με φρούτα, αυγά ή με ό,τι άλλο είχε να του προσφέρει ο κόσμος.

Ο Άσιμος χαμογέλασε στη θύμηση εκείνων των χρόνων, μα δεν σχολίασε τίποτα. Απλώς συνέχισε:

— Λοιπόν, όπως πλησιάζαμε την πύλη του μοναστηριού, ήμουν πεπεισμένος ότι αν έφευγα και γύριζα σπίτι θα ηρεμούσα. Αυτό ήθελα μόνο. Να φύγω.

Και τότε ακούσαμε μια φωνή από μακριά.

«Ε, παλικάρια! Πού πάτε; Ελάτε λίγο εδώ. Μη φεύγετε έτσι.»

Θυμάμαι πως εκείνη τη στιγμή είπα μέσα μου:

«Ωχ... όχι τώρα. Άσε μας να φύγουμε να ηρεμήσω.»

Όμως, από ευγένεια, γυρίσαμε πίσω.

Ο μοναχός μάς οδήγησε κοντά στη βρύση και μας έβαλε να καθίσουμε στη σκιά. Μας πρόσφερε λίγα παξιμάδια και νερό από τη βρύση. Ύστερα άρχισε να μας μιλά.

Στην αρχή διηγούνταν ιστορίες από τη ζωή του Αγίου Πορφυρίου. Έπειτα, χωρίς να ξέρω πώς, η συζήτηση στράφηκε στους ανθρώπους που παλεύουν με φόβους, αγωνίες, ψυχικά βάρη και δοκιμασίες, καθώς και στις συμβουλές που έδινε ο Άγιος Πορφύριος σε ανθρώπους που περνούσαν παρόμοιες δυσκολίες.

Και τότε συνέβη κάτι που δεν μπορώ να εξηγήσω μέχρι σήμερα.

Όσο μιλούσε, ένιωθα πως δεν απευθυνόταν γενικά σε όλους μας.

Μιλούσε σε μένα.

Σαν να γνώριζε όσα έκρυβα μέσα μου.

Σαν να ήξερε τους φόβους μου, τις σκέψεις μου και τη μάχη που έδινα καθημερινά.

Δεν ήταν μόνο τα λόγια του.

Ήταν σαν να διάβαζε την ψυχή μου.

Κάθε του κουβέντα άγγιζε μια πληγή που νόμιζα πως έβλεπα μόνο εγώ.

Και όσο τον άκουγα, κάτι μέσα μου άλλαζε.

Η ταραχή άρχισε να υποχωρεί.

Το τρέμουλο σταμάτησε.

Ο φόβος έφυγε.

Μια γαλήνη, που είχα χρόνια να νιώσω, απλώθηκε μέσα μου.

Εκεί που λίγα λεπτά πριν ήθελα απεγνωσμένα να φύγω, τώρα δεν ήθελα να σηκωθώ από εκεί.

Ο μοναχός συνέχισε να μιλά για ώρα.

Κι ήταν σαν να απαντούσε σε ερωτήματα που δεν είχα εκφράσει ποτέ με λόγια. Σε απορίες που υπήρχαν μόνο μέσα στην ψυχή μου.

Όταν πια ήρθε η ώρα να φύγουμε, μας κοίταξε χαμογελώντας.

— Πώς σας λένε, παλικάρια;

Του είπαμε τα ονόματά μας ένας ένας.

Κι έπειτα τον ρωτήσαμε κι εμείς το δικό του.

Χαμογέλασε ήρεμα και απάντησε:

— Εμένα με λένε Πορφύριο.

Ο Άσιμος σώπασε.

Για λίγες στιγμές ακούγονταν μόνο τα ξύλα που έκαιγαν στη φωτιά.

Ύστερα σήκωσε το βλέμμα του προς τον νυχτερινό ουρανό.

— Δεν ξέρω αν ήταν σύμπτωση. Δεν ξέρω τι ακριβώς συνέβη εκείνη την ημέρα. Ξέρω μόνο ότι μπήκα στο μοναστήρι γεμάτος φόβο και έφυγα από εκεί με ειρήνη μέσα μου.

Έμεινε για λίγο σιωπηλός.

— Και από εκείνη τη μέρα άρχισε, σιγά σιγά, να αλλάζει η ζωή μου. Δεν εξαφανίστηκαν ως διά μαγείας τα προβλήματα. Ούτε ξύπνησα την επόμενη μέρα διαφορετικός άνθρωπος.

Άλλαξε γιατί για πρώτη φορά παραδέχθηκα ότι χρειαζόμουν βοήθεια.

Άλλαξε γιατί έπαψα να προσπαθώ να σηκώνω μόνος μου όλο το βάρος.

Άρχισα να ανοίγομαι στους ανθρώπους που με αγαπούσαν. Κάτι που φοβόμουν να κάνω. Να μιλάω για όσα με πονούσαν. Να ζητώ στήριξη όταν δεν άντεχα.

Ταπεινώθηκα.

Και τελικά κατάλαβα πως η ταπείνωση δεν είναι αδυναμία.

Είναι δύναμη.

Γιατί σε φέρνει πιο κοντά στην αλήθεια.

Έμαθα σιγά σιγά να αγαπώ τον εαυτό μου όπως ήταν τότε· πληγωμένο, φοβισμένο, ατελή. Όχι όπως θα ήθελα να είναι, αλλά όπως πραγματικά ήταν.

Έμαθα επίσης να είμαι πιο επιεικής με τους άλλους.

Γιατί ποτέ δεν ξέρεις ποια μάχη δίνει ένας άνθρωπος πίσω από ένα χαμόγελο.

Ο αγώνας δεν τελείωσε εκείνη τη μέρα.

Οι φόβοι δεν εξαφανίστηκαν ως διά μαγείας.

Ακόμα υπάρχουν δύσκολες μέρες.

Κι όμως, έμαθα να τις αγαπώ.

Γιατί είναι κι αυτές μέρος του δρόμου μου.

Ακόμα πέφτω.

Όμως πλέον ξέρω να σηκώνομαι.

Ακόμα αγωνίζομαι.

Αλλά δεν περπατώ μόνος.

Δεν είμαι μόνος.

Και αυτό κάνει όλη τη διαφορά.

Ο φίλος μου ο Άσιμος χαμογέλασε, τα μάτια του βούρκωσαν και γύρισε το βλέμμα του προς τη φωτιά.

Για λίγη ώρα δεν μίλησε κανείς μας.

Ακούγαμε μόνο τα ξύλα να σπάζουν μέσα στις φλόγες και τον αέρα να περνά ανάμεσα στα δέντρα.

Και τότε σκέφτηκα πως οι μεγαλύτερες μάχες δεν είναι εκείνες που βλέπει ο κόσμος.

Είναι εκείνες που δίνονται σιωπηλά, μέσα στην καρδιά του ανθρώπου.

Κι ο Άσιμος είχε μόλις μοιραστεί μία από αυτές.


Σχόλια