Ο Ήχος της Κλειδαριάς

 

 


 Έφυγα από την Ελλάδα πριν από έντεκα χρόνια, αφήνοντας πίσω μου μια χώρα, μια οικογένεια, φίλους, τα πάντα· ένα σπίτι γεμάτο πράγματα και μνήμες. Πάλεψα πολύ πριν πάρω αυτή την απόφαση· και όταν τελικά την πήρα, ήταν με πόνο και με δάκρυ. Έναν πόνο που δεν καταλάγιασε ποτέ και ένα δάκρυ που δεν στέγνωσε ακόμη.

Άφησα πίσω μου μια πατρίδα που αγαπώ βαθιά, αλλά που με πλήγωσε εξίσου βαθιά. Μια πατρίδα που συνεχίζει να με πονάει — και θα με πονάει για πάντα.

Κανένας νέος δεν φεύγει από τη χώρα που αγαπά επειδή “το θέλει”. Η Ελλάδα αιμορραγεί εδώ και αιώνες από τους νέους της, κι εγώ έγινα ακόμη ένας κρίκος αυτής της αλυσίδας.

Είμαι παιδί προσφύγων — και πρόσφυγας ξανά, από τις δύο πλευρές της οικογένειάς μου. Η προγιαγιά μου έλεγε: «Παιδί μου, τσατσαλοί, εμείς ήρθαμε μόνο με τις εικόνες των αγίων στην αγκαλιά μας ». Τη θυμάμαι ακόμη: κάτω από το στρώμα όπου κοιμόταν, στοίβες από βίους αγίων, φθαρμένες σελίδες που διάβαζε συλλαβιστά, γιατί δεν ήξερε καλά γράμματα. Μια γυναίκα που είχε ζήσει τα πάντα — θάνατο, ξεριζωμό, απώλεια — κι όμως δεν γονάτισε ποτέ.

Πώς λοιπόν να γονατίσω εγώ; Δεν έχω δικαίωμα.

Έφυγα κι εγώ. Θυμάμαι ακόμη τον ήχο της κλειδαριάς στην πόρτα του σπιτιού μου· αλήθεια σας λέω, ακόμη τον θυμάμαι. Θυμάμαι και τα ψέματα που είπα σε όλους — και στον ίδιο μου τον εαυτό: «Σε τρεις μήνες θα είμαι πίσω». Κι όμως, έντεκα χρόνια πέρασαν.

Οκτώ μήνες κοιμόμουν με τη γυναίκα μου πάνω σε ένα βρώμικο στρώμα στο πάτωμα. Και όταν αγοράσαμε κρεβάτι, την πρώτη νύχτα έπεσα κάτω — είχα ξεχάσει πώς είναι να κοιμάσαι σε κρεβάτι. Με έπιασε ένα νευρικό γέλιο και είπα: «Δόξα τω Θεώ».

Αλλά δεν το βάλαμε κάτω — ούτε εγώ ούτε η γυναίκα μου, ο άγγελός μου. Κάθε μέρα για εμάς ήταν γιορτή· ελπίδα. Κάτι που δεν είχαμε στην Ελλάδα. Δημιουργία και δουλειά σκληρή, από τα χαράματα μέχρι πολλές φορές μετά τα μεσάνυχτα. Δύο δουλειές, από τη μία στην άλλη. Κούραση, ζάλη, και κρυφά δάκρυα στο λεωφορείο ή κάτω από την κουβέρτα.

Κάθε φορά που πήγαινα να γονατίσω, έλεγα: «Όχι. Το χρωστάς σε αυτούς που πίστεψαν σε εσένα».
Στον ξάδερφό μου — που έφυγε νωρίς· βλέπεις, ο Θεός είναι ο καλύτερος talent scouter, παίρνει τους καλύτερους πρώτα — εκείνον που μου έδωσε λεφτά στα κρυφά. Και όταν πήγα να του τα επιστρέψω, μου είπε πως τα αδέλφια δίνουν, δεν δανείζουν.

Το χρωστάω και σε εκείνη τη γυναίκα που μου έδωσε τις πρώτες δύο ώρες δουλειά. Με πόνο μου είπε: «Αυτές μόνο μπορώ να σου δώσω… τα εισιτήρια για το λεωφορείο θα σου κοστίσουν περισσότερο». Κι εγώ της είπα: «Θα έρθω». Και στα κρυφά μου έβαλε δέκα λίρες για τα εισιτήρια — να μην το ξέρω, να μην ντραπώ.

Και το χρωστάω και στην οικογένειά μου. Στους γονείς, στους παππούδες, στις ρίζες μου. Εγώ θα κάνω ό,τι μπορώ — και αυτοί από πάνω θα με βοηθήσουν.

Δεν υπάρχει μέρα που να μην θυμάμαι την Ελλάδα, το σπίτι μου. Δεν υπάρχει στιγμή που να μην με κυνηγάει αυτός ο νόστος — εμάς τους Έλληνες μας ακολουθεί από την αρχαιότητα, βλέπεις.
Ακόμη θυμάμαι τη μυρωδιά του βασιλικού και του αγριοθύμαρου.

Δεν θέλω να μιλήσω για επαγγελματικά ή άλλα τέτοια. Αυτό που θέλω να πω είναι πως κοιτάζω το παρελθόν και τρομάζω· αλλά μπροστά μου βλέπω μια οικογένεια 2 παιδιά, τέσσερα μάτια γεμάτα μέλλον και ελπίδα, δύο χαμόγελα και δύο αγκαλιές που στην πατρίδα φοβόμουν να κάνω.

Και τώρα πρέπει να σταθώ μπροστά σε εκείνη την πόρτα που έκλεισα πριν έντεκα χρόνια — μαζί τους — και να τους δείξω τι άφησα πίσω.

Και ξέρεις κάτι; Με τρομάζει. Αλήθεια σου λέω, με τρομάζει ότι θα ξανακούσω εκείνον τον ήχο της κλειδαριάς.

Σχόλια