Τα τελευταία χρόνια κάνω μια εθελοντική εργασία ως υπεύθυνο Προσωπικής υποστήριξης μέσα στον οργανισμό όπου εργάζομαι εδώ και χρόνια, ώστε να μπορώ να στηρίζω συναδέλφους που βρίσκονται σε δύσκολη κατάσταση και, ταυτόχρονα, να προλαμβάνω ανεπιθύμητες καταστάσεις.
Ως ένστολος, βρέθηκα πολλές φορές — σχεδόν καθημερινά — να διαχειρίζομαι παρόμοια περιστατικά. Όμως το να βλέπεις έναν συνάδελφό σου σε μια τέτοια κατάσταση είναι εντελώς διαφορετικό.
Κάθε υπόθεση είναι διαφορετική και εκεί είναι που όλα τα μοντέλα επικοινωνίας και οι τακτικές ψυχολογικής διαχείρισης που μας μαθαίνουν βρίσκουν τοίχο, γιατί έχεις απέναντί σου εκπαιδευμένους ανθρώπους, που έχουν βρεθεί και οι ίδιοι στη θέση να διαχειριστούν παρόμοιες καταστάσεις. Αν ξεκινήσεις μηχανικά, με βάση μόνο τα πρωτόκολλα, θα φανείς ψεύτικος. Είναι εκείνη η στιγμή που πρέπει να γίνεις άνθρωπος και να προσπαθήσεις να αγγίξεις την ψυχή του ανθρώπου που έχεις απέναντί σου.
Χθες λοιπόν βρέθηκα ξανά απέναντι σε ένα παλικάρι. Εγώ ο ίδιος ήμουν εξαντλημένος, ψυχολογικά και σωματικά, από τα δικά μου θέματα, αλλά έπρεπε να τα ξεχάσω όλα εκείνη τη στιγμή — ακόμα και τον πόνο που με έκανε να υποφέρω τις τελευταίες μέρες στο πόδι μου. Βλέπεις, μεγαλώνω.
Ο *** είναι 18 χρονών. Δυνατό παλικάρι. Έχει ήδη καταφέρει να βρίσκεται στη διαδικασία για μια σοβαρή δουλειά και κανονικά θα έπρεπε να έχει μπροστά του ένα λαμπρό μέλλον — ίσως και μια σπουδαία καριέρα.
Είχα περίπου μία εβδομάδα να τον δω. Είχαμε αρχίσει να κάνουμε καλές κουβέντες, όμως χθες στάθηκε μπροστά μου καταρρακωμένος και θυμωμένος και μου είπε ότι η ζωή του δεν έχει πλέον κανένα νόημα και ότι δεν τον νοιάζει τίποτα πια.
Μου είπε κι άλλα πράγματα που κανένας άνθρωπος δεν θέλει να ακούσει — πόσο μάλλον κάποιος που κάνει αυτή τη δουλειά που κάνω εγώ.
Προσπάθησα να τον εμψυχώσω, ακόμη και με χαζές φιλοσοφικές ιδέες. Προσπαθούσα να βρω πώς να το διαχειριστώ, με βάση τις διαδικασίες και τα πρωτόκολλα, και να κάνω τις σωστές ερωτήσεις χωρίς να του χτυπήσω “red flags” και κλειστεί περισσότερο.
Σε κάποια στιγμή μου λέει:
«Τα έχω χάσει όλα. Δουλειά, φίλους, οικογένεια… και τώρα ούτε την κοπέλα μου δεν μπορώ να δω. Δεν θέλω τη ζωή μου. Αν αυτή η απόφαση που περιμένω από την εξεταστική επιτροπή βγει αρνητική για μένα, θα είναι η κόλαση. Άλλοι στη θέση μου ήδη θα είχαν… Κανένας δεν κάνει τίποτα. Και εσύ που είσαι απέναντί μου, εκτιμώ τη βοήθειά σου, αλλά δεν θα ήσουν εδώ αν δεν έκανες αυτή τη δουλειά. Δεν θα μου μιλούσες ποτέ».
Με πόνεσε αυτό, πρέπει να πω.
Ξεκίνησα να του εξηγώ, αλλά σταμάτησα, γιατί κατάλαβα πως έπρεπε να το βγάλει από μέσα του. Μου μιλούσε σκληρά, αλλά σε ποιον άλλον άραγε μπορούσε να μιλήσει έτσι; Εκείνη τη στιγμή εγώ υπήρχα μόνο για αυτόν.
Ξέρεις, υπάρχουν στιγμές που πρέπει να αφήνεις τον άλλον να βγάλει τον θυμό του και να μη μιλήσεις. Κάποιες στιγμές πρέπει απλώς να σωπάσεις και να περιμένεις την κατάλληλη στιγμή.
Τον πήρα και περπατήσαμε λίγο. Πονούσα πολύ, αλλά προσπαθούσα όσο μπορούσα να το κρύψω. Τον πήγα πίσω στο γραφείο του και αμέσως μετά πήγα να μιλήσω με τα μεγάλα αφεντικά και την ομάδα κρίσεων, ώστε να καταστρώσουμε ένα σχέδιο για αυτό που φαινόταν να έρχεται και για το πώς μπορούσαμε να τον βοηθήσουμε και να το διαχειριστούμε.
Όλα έδειχναν, από τα στοιχεία που είχαμε μπροστά μας, ότι για εκείνον ερχόταν ένα επαγγελματικό τέλος που μπορούσε να παρασύρει ολόκληρη τη ζωή του. Και εμείς έπρεπε να είμαστε έτοιμοι για αυτό που ίσως πήγαινε να κάνει.
Δεκαοκτώ χρονών… με έναν πατριό που τον κατακρίνει, μια μητέρα απόμακρη και την ανάγκη να αποδείξει συνεχώς ότι μπορεί, ότι είναι δυνατός.
Πώς θα γυρνούσε πίσω στο σπίτι να τους πει τι;
«Με έδιωξαν. Με διαπόμπευσαν ακόμα και στις εφημερίδες για ένα παράπτωμα τόσο δα μικρό… Άχρηστος…»
Γυρίζω και κάθομαι στο γραφείο μου. Παίρνω μια βαθιά ανάσα και προσπαθώ να καθαρίσω το μυαλό μου, ώστε να συνεχίσω την κανονική μου εργασία.
Η συνάδελφός μου με ρωτά:
— «Όλα καλά;»
— «Ναι, όλα καλά», της λέω.
Με κοιτάζει και μου λέει:
— «Δύσκολη μέρα για σένα, ***. Πολύ βάρος κουβαλάς…»
Της απαντώ το κλασικό:
— «Να ’ναι καλά οι δύσκολες μέρες, γιατί χάρη σε αυτές εκτιμάμε τις καλές».
Μετά από δέκα λεπτά χτυπάει το τηλέφωνο.
Βλέπω από πού είναι και παγώνω. Είναι από το γραφείο όπου θα έβγαινε η απόφαση. Όταν είναι αρνητική, πάντα παίρνουν πρώτα εμένα… για να παραδώσω το μήνυμα.
Απαντάω και η καρδιά μου χτυπά δυνατά.
Μια φωνή μου λέει:
— «***, βγήκε η απόφαση για τον ***. Επίπληξη και εκπαίδευση από την αρχή».
Κανείς δεν το περίμενε αυτό, πρέπει να πω.
Και συνεχίζει:
— «Έχω ήδη ενημερώσει τον ****. Πήγαινε να τον δεις, γιατί ξέσπασε σε κλάματα μόλις του το είπα».
Τρέχω — κουτσαίνοντας — προς το γραφείο που βρισκεται μαζι με αρκετό άλλο κόσμο.
Ανοίγω την πόρτα χωρίς να χτυπήσω.
Με κοιτάζει. Τα μάτια του βουρκωμένα.
Σηκώνεται, έρχεται κοντά μου και με αγκαλιάζει.
— «Ήσουν μαζί μου σε όλο αυτό το ταξίδι…»
Κλαίει.
Βουρκώνω κι εγώ.
Με κοιτάζει και μου λέει:
— «Θα σε κάνω περήφανο, θα δεις. Θα γίνω ο καλύτερος. Θα δεις».
Καθόμαστε μαζί και μιλάμε. Το κλίμα πλέον είναι εντελώς διαφορετικό.
Τον κοιτάζω και του λέω:
— «Είδες που σου έλεγα;»
— «Μην τολμήσεις να το βάλεις κάτω ξανά. Μ’ ακούς;»
Και εκείνη τη στιγμή, μέσα σε όλη την κούραση, τον πόνο, την αγωνία και την ένταση των τελευταίων ημερών, σκέφτηκα μόνο ένα πράγμα:
Τι όμορφη μέρα…
Σχόλια
Δημοσίευση σχολίου